Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυλακτό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή του φυλαχτό Βικιλεξικό
    • Στόχος της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση της έννοιας του φυλακτού στην περίοδο από τον 18ο έως και τον 20ό αιώνα, καθώς εκτός από τα γνωστά φυλακτά (χαϊμαλιά και σταυροί) υπήρχαν παράλληλα πολλά κοσμήματα και αντικείμενα, τα οποία, πέρα από την επιτέλεση της πρωταρχικής τους χρήσης, είχαν και αποτροπαϊκό χαρακτήρα. (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)

Ετυμολογία

φυλακτό < αρχαία ελληνική φυλακτόν < το ουδέτερο του επιθέτου φυλακτός (άξιος να φυλαχτεί)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφυλακτόφυλακτά
Γενικήφυλακτούφυλακτών
Αιτιατικήφυλακτόφυλακτά
Κλητικήφυλακτόφυλακτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →