φυλλίζω
•
- παρωχημένοαναφέρεται στο φαινόμενο κατά το οποίο ένα ιστίο πάλλεται ή παύει να κολπώνεται λόγω αλλαγής της διεύθυνσης του ανέμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυλλίζω < ελληνιστική κοινή φυλλίζω < αρχαία ελληνική φύλλον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →