φυλογένεια
•
- η δημιουργία (γένεση και ύπαρξη) φύλων (αρσενικού και θηλυκού) Βικιλεξικό
- η εξέλιξη που παρουσιάζουν οι οργανισμοί κάποιου είδους και η μελέτη της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυλογένεια < φύλο + -ο- + -γενής (<γίγνομαι) + -εια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλογένεια | φυλογένειες |
| Γενική | φυλογένειας | φυλογενειών |
| Αιτιατική | φυλογένεια | φυλογένειες |
| Κλητική | φυλογένεια | φυλογένειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →