φυλομεταβατικός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με φυλομετάβαση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυλομεταβατικός < φυλομετάβαση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλομεταβατικός | φυλομεταβατική | φυλομεταβατικό |
| Γενική | φυλομεταβατικού | φυλομεταβατικής | φυλομεταβατικού |
| Αιτιατική | φυλομεταβατικό | φυλομεταβατική | φυλομεταβατικό |
| Κλητική | φυλομεταβατικέ | φυλομεταβατική | φυλομεταβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυλομεταβατικοί | φυλομεταβατικές | φυλομεταβατικά |
| Γενική | φυλομεταβατικών | φυλομεταβατικών | φυλομεταβατικών |
| Αιτιατική | φυλομεταβατικούς | φυλομεταβατικές | φυλομεταβατικά |
| Κλητική | φυλομεταβατικοί | φυλομεταβατικές | φυλομεταβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →