φυματιολογικός
•
- ιατρικήσχετικός με τη φυματιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυματιολογικός < φυματιολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυματιολογικός | φυματιολογική | φυματιολογικό |
| Γενική | φυματιολογικού | φυματιολογικής | φυματιολογικού |
| Αιτιατική | φυματιολογικό | φυματιολογική | φυματιολογικό |
| Κλητική | φυματιολογικέ | φυματιολογική | φυματιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυματιολογικοί | φυματιολογικές | φυματιολογικά |
| Γενική | φυματιολογικών | φυματιολογικών | φυματιολογικών |
| Αιτιατική | φυματιολογικούς | φυματιολογικές | φυματιολογικά |
| Κλητική | φυματιολογικοί | φυματιολογικές | φυματιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →