Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυσερό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυσούνα, φυσητήρας, φύσα, απλή φορητή συσκευή με ασκό με την οποία παράγεται και φυσιέται αέρας προς συγκεκριμένη κατεύθυνση συνήθως για τεχνικές εργασίες π.χ. παλιότερα στα σιδηρουργεία και στα υαλουργεία Βικιλεξικό
  2. η βεντάλια ή οποιοδήποτε επίπεδο, ελαφρύ και λεπτού πάχους φορητό αντικείμενο με λαβή μετακινεί χειροκίνητα μικρές μάζες αέρα ώστε κάποιος να δροσίζεται ή να ανανεώνει τον αέρα κοντά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φυσερό < φυσώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφυσερόφυσερά
Γενικήφυσερούφυσερών
Αιτιατικήφυσερόφυσερά
Κλητικήφυσερόφυσερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →