Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυσητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το φύσημα, πνευστός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φυσητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυσητικός < φυσάω, φυση- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυσητικόςφυσητικήφυσητικό
Γενικήφυσητικούφυσητικήςφυσητικού
Αιτιατικήφυσητικόφυσητικήφυσητικό
Κλητικήφυσητικέφυσητικήφυσητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυσητικοίφυσητικέςφυσητικά
Γενικήφυσητικώνφυσητικώνφυσητικών
Αιτιατικήφυσητικούςφυσητικέςφυσητικά
Κλητικήφυσητικοίφυσητικέςφυσητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →