φυσιατρική
•
- ιατρική ειδικότητα που έχει ως αντικείμενο κυρίως την κινητική αποκατάσταση ασθενών που παρουσιάζουν μυοσκελετικές και νευρομυικές διαταραχές εξαιτίας καρδιακών, αναπανευστικών και άλλων παθήσεων. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυσιατρική < φύσις + ιατρική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσιατρική | φυσιατρικές |
| Γενική | φυσιατρικής | φυσιατρικών |
| Αιτιατική | φυσιατρική | φυσιατρικές |
| Κλητική | φυσιατρική | φυσιατρικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →