Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυσικοχημικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φυσικοχημεία Βικιλεξικό
  2. ειδικός στη φυσικοχημεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φυσικοχημικός < φυσικοχημεία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυσικοχημικόςφυσικοχημική / φυσικοχημικόςφυσικοχημικό
Γενικήφυσικοχημικούφυσικοχημικήςφυσικοχημικού
Αιτιατικήφυσικοχημικόφυσικοχημικήφυσικοχημικό
Κλητικήφυσικοχημικέφυσικοχημικήφυσικοχημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφυσικοχημικοίφυσικοχημικέςφυσικοχημικά
Γενικήφυσικοχημικώνφυσικοχημικώνφυσικοχημικών
Αιτιατικήφυσικοχημικούςφυσικοχημικέςφυσικοχημικά
Κλητικήφυσικοχημικοίφυσικοχημικέςφυσικοχημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →