Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυσικό αέριο

/fi.siˈko aˈe.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χημείαμίγμα αερίων υδρογονανθράκων που σχετίζονται με κοιτάσματα πετρελαίου, κυρίως μεθάνιο με μικρότερες ποσότητες αιθανίου, προπανίου και βουτανίου το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως ως καύσιμο Βικιλεξικό
    • Η αξία των ελληνικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου, σύμφωνα με την ΕΔΕΥ, με βάση τα αρχικά ευρήματα, ήταν της τάξης των 250 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο, με βάση τιμές αερίου στα 60 ευρώ.
    • Απόσπασμα από το βιβλίο Χημείας Β' Λυκείου Γενικής Παιδείας, Ενότητα 2.3 Αλκάνια - μεθάνιο, φυσικό αέριο, βιοαέριο, ※ @ebooks.edu.gr

Ετυμολογία

φυσικό αέριο < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική natural gas → δείτε τις λέξεις φυσικός και αέριο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφυσικό αέριοφυσικά αέρια
Γενικήφυσικού αερίουφυσικών αερίων
Αιτιατικήφυσικό αέριοφυσικά αέρια
Κλητικήφυσικό αέριοφυσικά αέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →