φυσιογνωμία
•
- τα χαρακτηριστικά του προσώπου Βικιλεξικό
- Μερικές γεροντικές φυσιογνωμίες μέ τό πλατύ πρόσωπο, τήν χοντρή μύτη καί τήν ἄφθονη τριχοφυΐα δείχνουν ἀκόμη στενώτερη συγγένεια μὲ τὴ Μακεδονικὴ σχολή , καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεοφάνης πλούτισε τὴν τέχνη του κατὰ τὴ διαμονή του στὸν Ἄθω. (Κρητικά Χρονικά, τόμος 4, 1950, σελ. 387)
- μεταφορικάτα εξωτερικά χαρακτηριστικά, η εικόνα, ενός φορέα ή οργανισμού Βικιλεξικό
- Ήταν μια πιο γλυκιά, πολύ ευγενική, πολύ αριστοκρατική φυσιογνωμία. Ψηλός, πολύ λεπτός, κλασάτος. Από τους αστούς άλλων εποχών. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- Προσπαθούν να βελτιώσουν τη φυσιογνωμία της γειτονιάς.
- μεταφορικάκάποιος που ξεχωρίζει Βικιλεξικό
- Ο Νικόλας Άσιμος υπήρξε φυσιογνωμία στο ελληνικό ροκ
Ετυμολογία
φυσιογνωμία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυσιογνωμία (μελέτη της φύσης) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική physionomie < υστερολατινική physiognomia, απλολογία για την αρχαία ελληνική φυσιογνωμονία (κρίνοντας ή μελετώντας τα φυσικά χαρακτηριστικά) Μορφολογικά αναλύεται σε φυσιο- + γνώμ(η) + -ία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσιογνωμία | φυσιογνωμίες |
| Γενική | φυσιογνωμίας | φυσιογνωμιών |
| Αιτιατική | φυσιογνωμία | φυσιογνωμίες |
| Κλητική | φυσιογνωμία | φυσιογνωμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →