φυσιοκρατικός
•
- σχετικός με τη φυσιοκρατία Βικιλεξικό
- Στη διάλεξή του ανέλυσε τη φυσιοκρατική ερμηνεία της χρεωκοπίας
- οπαδός της φυσιοκρατίας Βικιλεξικό
- Είναι φυσιοκρατικός στις αντιλήψεις του.
Ετυμολογία
φυσιοκρατικός, ήδη από το 1861 < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική physiocratique. Μορφολογικά αναλύεται σε φυσιο- + -κρατικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσιοκρατικός | φυσιοκρατική | φυσιοκρατικό |
| Γενική | φυσιοκρατικού | φυσιοκρατικής | φυσιοκρατικού |
| Αιτιατική | φυσιοκρατικό | φυσιοκρατική | φυσιοκρατικό |
| Κλητική | φυσιοκρατικέ | φυσιοκρατική | φυσιοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσιοκρατικοί | φυσιοκρατικές | φυσιοκρατικά |
| Γενική | φυσιοκρατικών | φυσιοκρατικών | φυσιοκρατικών |
| Αιτιατική | φυσιοκρατικούς | φυσιοκρατικές | φυσιοκρατικά |
| Κλητική | φυσιοκρατικοί | φυσιοκρατικές | φυσιοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →