φυσιολογικότητα
•
- η ιδιότητα του φυσιολογικού, το να είναι κάποιος ή κάτι φυσιολογικό(ς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυσιολογικότητα < φυσιολογικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυσιολογικότητα | φυσιολογικότητες |
| Γενική | φυσιολογικότητας | φυσιολογικοτήτων |
| Αιτιατική | φυσιολογικότητα | φυσιολογικότητες |
| Κλητική | φυσιολογικότητα | φυσιολογικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →