φυσομανώ
•
- για τον αέραφυσώ δυνατά, φυσώ με μανία Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια ανθρώπους που ξεσπούν το θυμό τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυσομανώ < φυσομανάω < φυσώ + ἐμάνην (αόριστος του μαίνομαι), μορφολογικά αναλύεται σε φυσ(άω) + -ο- + -μανώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →