φυτίνη
•
- ουσία που βρίσκεται στο σπέρμα πολλών δημητριακών Βικιλεξικό
- εμπορική ονομασία μαγειρικού λίπους συγκεκριμένης επιχείρησης, που όμως κατέληξε να σημαίνει γενικά τη μαργαρίνη όπως η λέξη πάμπερς ή νες καφέ κατέληξαν η μία να σημαίνει στον προφορικό λόγο όλα τα εσώρουχα μιάς χρήσης για μωρά ή υπερήλικες και η άλλη όλους τους στιγμιαίους καφέδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυτίνη < φυτό και -ίνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυτίνη | φυτίνες |
| Γενική | φυτίνης | φυτινών |
| Αιτιατική | φυτίνη | φυτίνες |
| Κλητική | φυτίνη | φυτίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →