Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυτίνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ουσία που βρίσκεται στο σπέρμα πολλών δημητριακών Βικιλεξικό
  2. εμπορική ονομασία μαγειρικού λίπους συγκεκριμένης επιχείρησης, που όμως κατέληξε να σημαίνει γενικά τη μαργαρίνη όπως η λέξη πάμπερς ή νες καφέ κατέληξαν η μία να σημαίνει στον προφορικό λόγο όλα τα εσώρουχα μιάς χρήσης για μωρά ή υπερήλικες και η άλλη όλους τους στιγμιαίους καφέδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φυτίνη < φυτό και -ίνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφυτίνηφυτίνες
Γενικήφυτίνηςφυτινών
Αιτιατικήφυτίνηφυτίνες
Κλητικήφυτίνηφυτίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →