Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φυτρωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει φυτευτεί και έχει φυτρώσει Βικιλεξικό
    • Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
  2. που έχει βγάλει φύτρες Βικιλεξικό
    • Οι πατάτες σου είναι φυτρωμένες πια, μην τις φας.

Ετυμολογία

φυτρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου φυτρώνω

Άλλοι τύποι

φυτρωμέναφυτρωμένεφυτρωμένεςφυτρωμένηφυτρωμένηςφυτρωμένοφυτρωμένοιφυτρωμένοςφυτρωμένουφυτρωμένουςφυτρωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →