φυτό
•
- βοτανικήζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε χημική μέσω της φωτοσύνθεσης Βικιλεξικό
- Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- μεταφορικάασθενής που δεν έχει επικοινωνία με το περιβάλλον και συνείδηση Βικιλεξικό
- αργκόμαθητής ή φοιτητής που δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα πέρα από τις σπουδές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φυτό < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική φυτόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φυτό | φυτά |
| Γενική | φυτού | φυτών |
| Αιτιατική | φυτό | φυτά |
| Κλητική | φυτό | φυτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →