φωλίτσα
•
- η μικρή φωλιά πτηνών Βικιλεξικό
- τρυφερός χαρακτηρισμός του σπιτιού ή του αγαπημένου χώρου ατόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωλίτσα < υποκοριστικό της φωλιάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωλίτσα | φωλίτσες |
| Γενική | φωλίτσας | — |
| Αιτιατική | φωλίτσα | φωλίτσες |
| Κλητική | φωλίτσα | φωλίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →