φωλιάζω
•
- για πτηνάκατασκευάζω φωλιά και μπαίνω μέσα Βικιλεξικό
- για ζώαβρίσκομαι ή κρύβομαι στη φωλιά μου Βικιλεξικό
- για ζώαδιανύω την περίοδο της χειμερίας νάρκης στη φωλιά μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάμπαίνω κάπου και κρύβομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπάρχω μέσα σε κάποιον / κάτι, χωρίς να γίνεται αντιληπτή η παρουσία μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωλιάζω < αρχαία ελληνικήφωλεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φωλιάζω | φωλιάζεις | φωλιάζει | φωλιάζουμε | φωλιάζετε | φωλιάζουν / φωλιάζουνε |
| Παρατατικός | φώλιαζα | φώλιαζες | φώλιαζε | φωλιάζαμε | φωλιάζατε | φωλιάζαν / φωλιάζανε / φώλιαζαν |
| Αόριστος | φώλιασα | φώλιασες | φώλιασε | φωλιάσαμε | φωλιάσατε | φωλιάσαν / φωλιάσανε / φώλιασαν |
| Μέλλοντας | θα φωλιάζω / θα φωλιάσω | θα φωλιάζεις / θα φωλιάσεις | θα φωλιάζει / θα φωλιάσει | θα φωλιάζουμε / θα φωλιάσουμε | θα φωλιάζετε / θα φωλιάσετε | θα φωλιάζουν / θα φωλιάζουνε / θα φωλιάσουν / θα φωλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φωλιάσει | έχεις φωλιάσει | έχει φωλιάσει | έχουμε φωλιάσει | έχετε φωλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φωλιάσει | είχες φωλιάσει | είχε φωλιάσει | είχαμε φωλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φωλιάσει / να φωλιάζω / να φωλιάσω | να έχεις φωλιάσει / να φωλιάζεις / να φωλιάσεις | να έχει φωλιάσει / να φωλιάζει / να φωλιάσει | να έχουμε φωλιάσει / να φωλιάζουμε / να φωλιάσουμε | να έχετε φωλιάσει / να φωλιάζετε / να φωλιάσετε | να φωλιάζουν / να φωλιάζουνε / να φωλιάσουν / να φωλιάσουνε |
| Προστακτική | — | φώλιαζε / φώλιασε | — | — | φωλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φωλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →