φωνάρα
•
- η δυνατή, βροντερή φωνή Βικιλεξικό
- μεταφορικάη πολύ καλή φωνή ενός τραγουδιστή Βικιλεξικό
- Ο Καζαντζίδης ήταν φωνάρα.
Ετυμολογία
φωνάρα < φων(ή) + μεγεθυντικό επίθημα -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνάρα | φωνάρες |
| Γενική | φωνάρας | — |
| Αιτιατική | φωνάρα | φωνάρες |
| Κλητική | φωνάρα | φωνάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →