φωνακλάς
•
- που φωνάζει πολύ, που βάζει εύκολα τις φωνές, που καβγαδίζει υψώνοντας τη φωνή συχνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωνακλάς < φωνάκλ(α), μεγεθυντικό του φωνή + -άς : Και ουσιαστικοποιημένο.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνακλάς | φωνακλού | φωνακλάδικο / φωνακλούδικο |
| Γενική | φωνακλά | φωνακλούς | φωνακλάδικου / φωνακλούδικου |
| Αιτιατική | φωνακλά | φωνακλού | φωνακλάδικο / φωνακλούδικο |
| Κλητική | φωνακλά | φωνακλού | φωνακλάδικο / φωνακλούδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνακλάδες | φωνακλούδες | φωνακλάδικα / φωνακλούδικα |
| Γενική | φωνακλάδων | φωνακλούδων | φωνακλάδικων / φωνακλούδικων |
| Αιτιατική | φωνακλάδες | φωνακλούδες | φωνακλάδικα / φωνακλούδικα |
| Κλητική | φωνακλάδες | φωνακλούδες | φωνακλάδικα / φωνακλούδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →