Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωνακλάς

/fo.naˈklas/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φωνάζει πολύ, που βάζει εύκολα τις φωνές, που καβγαδίζει υψώνοντας τη φωνή συχνά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωνακλάς < φωνάκλ(α), μεγεθυντικό του φωνή + -άς : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνακλάςφωνακλούφωνακλάδικο / φωνακλούδικο
Γενικήφωνακλάφωνακλούςφωνακλάδικου / φωνακλούδικου
Αιτιατικήφωνακλάφωνακλούφωνακλάδικο / φωνακλούδικο
Κλητικήφωνακλάφωνακλούφωνακλάδικο / φωνακλούδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνακλάδεςφωνακλούδεςφωνακλάδικα / φωνακλούδικα
Γενικήφωνακλάδωνφωνακλούδωνφωνακλάδικων / φωνακλούδικων
Αιτιατικήφωνακλάδεςφωνακλούδεςφωνακλάδικα / φωνακλούδικα
Κλητικήφωνακλάδεςφωνακλούδεςφωνακλάδικα / φωνακλούδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →