Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωνασκώ

/fo.naˈsko/ρήμα
•
  1. φωνάζω πολύ, γίνομαι ακατάληπτος και ενοχλητικός είτε επειδή μιλώ θυμωμένα είτε επειδή φωνάζω για διάφορους λόγους (από χαρά, ένταση κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωνασκώ < καθαρεύουσα φωνασκῶ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φωνασκέω-ῶ < φωνή + ἀσκέω-ῶ (μαθαίνω να τραγουδώ/απαγγέλλω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφωνασκώφωνασκείςφωνασκείφωνασκούμεφωνασκείτεφωνασκούν / φωνασκούνε
Παρατατικόςφωνασκούσαφωνασκούσεςφωνασκούσεφωνασκούσαμεφωνασκούσατεφωνασκούσαν / φωνασκούσανε
Αόριστοςφωνάσκησαφωνάσκησεςφωνάσκησεφωνασκήσαμεφωνασκήσατεφωνάσκησαν / φωνασκήσαν / φωνασκήσανε
Μέλλονταςθα φωνασκήσω / θα φωνασκώθα φωνασκήσεις / θα φωνασκείςθα φωνασκήσει / θα φωνασκείθα φωνασκήσουμε / θα φωνασκούμεθα φωνασκήσετε / θα φωνασκείτεθα φωνασκήσουν / θα φωνασκήσουνε / θα φωνασκούν / θα φωνασκούνε
Παρακείμενοςέχω φωνασκήσειέχεις φωνασκήσειέχει φωνασκήσειέχουμε φωνασκήσειέχετε φωνασκήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φωνασκήσειείχες φωνασκήσειείχε φωνασκήσειείχαμε φωνασκήσει——
Υποτακτικήνα έχω φωνασκήσει / να φωνασκήσω / να φωνασκώνα έχεις φωνασκήσει / να φωνασκήσεις / να φωνασκείςνα έχει φωνασκήσει / να φωνασκήσει / να φωνασκείνα έχουμε φωνασκήσει / να φωνασκήσουμε / να φωνασκούμενα έχετε φωνασκήσει / να φωνασκήσετε / να φωνασκείτενα φωνασκήσουν / να φωνασκήσουνε / να φωνασκούν / να φωνασκούνε
Προστακτική—φωνάσκει / φωνάσκησε——φωνασκήστε / φωνασκείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →