φωνηεντισμός
•
- η παρουσία ενός συγκεκριμένου φωνήεντος στο θέμα λέξεως Βικιλεξικό
- το σύνολο των φωνηέντων μιας γλώσσας, τα φωνήεντα Βικιλεξικό
- μετατροπή σε φωνήεν Βικιλεξικό
- παροχή ή συμπλήρωση (σε ένα συμφωνικό κείμενο, όπως συμβαίνει με την εβραϊκή και την αραβική γλώσσα) των φωνηέντων ή φωνηεντικών σημείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωνηεντισμός < από το ουσιαστικό φωνήεν και την κατάληξη -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνηεντισμός | φωνηεντισμοί |
| Γενική | φωνηεντισμού | φωνηεντισμών |
| Αιτιατική | φωνηεντισμό | φωνηεντισμούς |
| Κλητική | φωνηεντισμέ | φωνηεντισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →