Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωνητικός

/fo.ni.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φωνή Βικιλεξικό
    • οι φωνητικές χορδές
  2. ουσιαστικοποιημένοτα φωνητικά: το τμήμα ενός έργου όπου δεν εκτελείται η μουσική μόνον από άψυχα όργανα και μουσικούς, αλλά ακουγεται και ανθρώπινη φωνή Βικιλεξικό
  3. γλωσσολογίασχετικός με τη φωνητική, τον κλάδο της γλωσσολογίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωνητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φωνητικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική phonétique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνητικόςφωνητικήφωνητικό
Γενικήφωνητικούφωνητικήςφωνητικού
Αιτιατικήφωνητικόφωνητικήφωνητικό
Κλητικήφωνητικέφωνητικήφωνητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνητικοίφωνητικέςφωνητικά
Γενικήφωνητικώνφωνητικώνφωνητικών
Αιτιατικήφωνητικούςφωνητικέςφωνητικά
Κλητικήφωνητικοίφωνητικέςφωνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →