φωνιατρική
•
- ιατρικήκλάδος της ιατρικής που εξετάζει και μελετά την θεραπεία διαταραχών της φωνής και του λόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωνιατρική < φων- + ιατρική • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνιατρική | — |
| Γενική | φωνιατρικής | — |
| Αιτιατική | φωνιατρική | — |
| Κλητική | φωνιατρική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →