Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωνιατρική

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήκλάδος της ιατρικής που εξετάζει και μελετά την θεραπεία διαταραχών της φωνής και του λόγου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωνιατρική < φων- + ιατρική • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωνιατρική—
Γενικήφωνιατρικής—
Αιτιατικήφωνιατρική—
Κλητικήφωνιατρική—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →