φωνογραφώ
•
- καταγράφω κάτι με τη συσκευή του φωνογράφου Βικιλεξικό
- παρωχημένοκαταγράφω με κάποια συσκευή ήχους και φωνές -το φωνογραφώ δεν χρησιμοποιείται και αντ' αυτού γίνεται χρήση του ηχογραφώ και, περιφραστικά, του κάνω φωνοληψία και ηχοληψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωνογραφώ < φωνογράφος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →