Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωνοληπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φωνοληψία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωνοληπτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνοληπτικόςφωνοληπτικήφωνοληπτικό
Γενικήφωνοληπτικούφωνοληπτικήςφωνοληπτικού
Αιτιατικήφωνοληπτικόφωνοληπτικήφωνοληπτικό
Κλητικήφωνοληπτικέφωνοληπτικήφωνοληπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωνοληπτικοίφωνοληπτικέςφωνοληπτικά
Γενικήφωνοληπτικώνφωνοληπτικώνφωνοληπτικών
Αιτιατικήφωνοληπτικούςφωνοληπτικέςφωνοληπτικά
Κλητικήφωνοληπτικοίφωνοληπτικέςφωνοληπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →