φωνομιλητική
•
- η φωνητική προφορά των γραμμάτων αντί της ονομασίας τους, π.χ. βου αντί βήτα, λου αντί λάμδα κ.λπ. Βικιλεξικό
- σχολική μέθοδος πρώτης ανάγνωσης των γραμμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωνομιλητική < φωνή + ομιλία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωνομιλητική | φωνομιλητικές |
| Γενική | φωνομιλητικής | φωνομιλητικών |
| Αιτιατική | φωνομιλητική | φωνομιλητικές |
| Κλητική | φωνομιλητική | φωνομιλητικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →