φωριαμός
•
- λόγιοκιβώτιο ή ντουλάπι, συνήθως μεταλλικό, για φακέλους, βιβλία Βικιλεξικό
- Την προσοχή τους τράβηξε ένας σωρός από καλάμια μπαμπού. ΄Ήταν τοποθετημένα μπροστά σε δύο φωριαμούς με αρκετές σειρές άδειων ραφιών, ύψους τουλάχιστον τριών μέτρων.
Ετυμολογία
φωριαμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φωριαμός (μπαούλο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωριαμός | φωριαμοί |
| Γενική | φωριαμού | φωριαμών |
| Αιτιατική | φωριαμό | φωριαμούς |
| Κλητική | φωριαμέ | φωριαμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →