Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωσφορυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με φωσφορύλιο ή φωσφορυλίωση Βικιλεξικό
  2. αυτός που φέρει στο μόριό του μία φωσφορυλομάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωσφορυλικός < φωσφορύλιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωσφορυλικόςφωσφορυλική / φωσφορυλικηφωσφορυλικο / φωσφορυλικό
Γενικήφωσφορυλικούφωσφορυλικήςφωσφορυλικού
Αιτιατικήφωσφορυλικόφωσφορυλικήφωσφορυλικό
Κλητικήφωσφορυλικέφωσφορυλικήφωσφορυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωσφορυλικοίφωσφορυλικέςφωσφορυλικά
Γενικήφωσφορυλικώνφωσφορυλικώνφωσφορυλικών
Αιτιατικήφωσφορυλικούςφωσφορυλικέςφωσφορυλικά
Κλητικήφωσφορυλικοίφωσφορυλικέςφωσφορυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →