φωσφορυλικός
•
- ο σχετικός με φωσφορύλιο ή φωσφορυλίωση Βικιλεξικό
- αυτός που φέρει στο μόριό του μία φωσφορυλομάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωσφορυλικός < φωσφορύλιο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωσφορυλικός | φωσφορυλική / φωσφορυλικη | φωσφορυλικο / φωσφορυλικό |
| Γενική | φωσφορυλικού | φωσφορυλικής | φωσφορυλικού |
| Αιτιατική | φωσφορυλικό | φωσφορυλική | φωσφορυλικό |
| Κλητική | φωσφορυλικέ | φωσφορυλική | φωσφορυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωσφορυλικοί | φωσφορυλικές | φωσφορυλικά |
| Γενική | φωσφορυλικών | φωσφορυλικών | φωσφορυλικών |
| Αιτιατική | φωσφορυλικούς | φωσφορυλικές | φωσφορυλικά |
| Κλητική | φωσφορυλικοί | φωσφορυλικές | φωσφορυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →