φωσφορυλιώνω
•
- διενεργώ φωσφορυλίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωσφορυλιώνω < φωσφορύλιο + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φωσφορυλιώνω | φωσφορυλιώνεις | φωσφορυλιώνει | φωσφορυλιώνουμε | φωσφορυλιώνετε | φωσφορυλιώνουν / φωσφορυλιώνουνε |
| Παρατατικός | φωσφορυλίωνα | φωσφορυλίωνες | φωσφορυλίωνε | φωσφορυλιώναμε | φωσφορυλιώνατε | φωσφορυλίωναν / φωσφορυλιώναν / φωσφορυλιώνανε |
| Αόριστος | φωσφορυλίωσα | φωσφορυλίωσες | φωσφορυλίωσε | φωσφορυλιώσαμε | φωσφορυλιώσατε | φωσφορυλίωσαν / φωσφορυλιώσαν / φωσφορυλιώσανε |
| Μέλλοντας | θα φωσφορυλιώνω / θα φωσφορυλιώσω | θα φωσφορυλιώνεις / θα φωσφορυλιώσεις | θα φωσφορυλιώνει / θα φωσφορυλιώσει | θα φωσφορυλιώνουμε / θα φωσφορυλιώσουμε | θα φωσφορυλιώνετε / θα φωσφορυλιώσετε | θα φωσφορυλιώνουν / θα φωσφορυλιώνουνε / θα φωσφορυλιώσουν / θα φωσφορυλιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φωσφορυλιώσει | έχεις φωσφορυλιώσει | έχει φωσφορυλιώσει | έχουμε φωσφορυλιώσει | έχετε φωσφορυλιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φωσφορυλιώσει | είχες φωσφορυλιώσει | είχε φωσφορυλιώσει | είχαμε φωσφορυλιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φωσφορυλιώσει / να φωσφορυλιώνω / να φωσφορυλιώσω | να έχεις φωσφορυλιώσει / να φωσφορυλιώνεις / να φωσφορυλιώσεις | να έχει φωσφορυλιώσει / να φωσφορυλιώνει / να φωσφορυλιώσει | να έχουμε φωσφορυλιώσει / να φωσφορυλιώνουμε / να φωσφορυλιώσουμε | να έχετε φωσφορυλιώσει / να φωσφορυλιώνετε / να φωσφορυλιώσετε | να φωσφορυλιώνουν / να φωσφορυλιώνουνε / να φωσφορυλιώσουν / να φωσφορυλιώσουνε |
| Προστακτική | — | φωσφορυλίωνε / φωσφορυλίωσε | — | — | φωσφορυλιώνετε / φωσφορυλιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →