Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το μικρό φως με την υλική έννοια και όχι της ακτινοβολίας, το λαμπάκι (π.χ. του χριστουγεννιάτικου δέντρου) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτάκι < υποκοριστικό της λέξης φως

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωτάκιφωτάκια
Γενική——
Αιτιατικήφωτάκιφωτάκια
Κλητικήφωτάκιφωτάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →