φωταγώγηση
•
- διάχυτος, έντονος φωτισμός συνήθως μεγάλων χώρων (δρόμων, αιθουσών, σταδίων, πόλεων) Βικιλεξικό
- Το μυριόστομο «ααα» θαυμασμού, που συνόδευσε τη φωταγώγηση του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ακολούθησαν πυροτεχνήματα σε διάφορες αποχρώσεις. (Χριστουγεννιάτικο δέντρο φωτεινό στην Πλατεία και στην Παραλία, kalamata.gr, 11/12/2017 https://www.kalamata.gr/en/enimerosi/apofaseis/oikonomikis-epitropis/94-enimerosi/nea-gr/2448-xristougenniatiko-dendro-fvteino-sthn-plateia-kai-sthn-paralia)
Ετυμολογία
φωταγώγηση < (καθαρεύουσα) φωταγώγη(σις) + -ση < φωταγωγώ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική illumination
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωταγώγηση | φωταγωγήσεις |
| Γενική | φωταγώγησης | φωταγωγήσεων |
| Αιτιατική | φωταγώγηση | φωταγωγήσεις |
| Κλητική | φωταγώγηση | φωταγωγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →