φωτιοκαμένος
•
- αυτός που έχει καεί από φωτιά Βικιλεξικό
- αυτός που έχει υποστεί καταστροφή από πυρκαγιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάο κεραυνοβολημένος Βικιλεξικό
- ιδιωματικό: υβριστικό ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) σε ποια ιδιώματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτιοκαμένος < φωτι(ά) + -ο- + καμένος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Άλλοι τύποι
φωτιοκαμέναφωτιοκαμένεφωτιοκαμένεςφωτιοκαμένηφωτιοκαμένηςφωτιοκαμένοφωτιοκαμένοιφωτιοκαμένοςφωτιοκαμένουφωτιοκαμένουςφωτιοκαμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →