Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτισμός

/fo.tiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διάχυση φωτός σε ένα χώρο, η παροχή φωτός Βικιλεξικό
    • Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)
  2. τα μέσα, οι εγκαταστάσεις ή και οι τεχνικές με τις οποίες παρέχεται το φως σε σπίτια, δρόμους ή σε πιο ειδικές περιστάσεις Βικιλεξικό
    • Στην τελευταία ταινία του Χ, ανέλαβε τον φωτισμό η γυναίκα του
    • Πριν γίνει ψηφιοποίηση, το αρνητικό πρέπει να καθαρίζεται από τυχόν γραμμές και γδαρσίματα. Και μετά την ψηφιοποίηση, στη διάρκεια του εταλονάζ, δηλαδή του τεχνικού ελέγχου των χρωμάτων, ο διευθυντής φωτογραφίας δουλεύει, βέβαια, μ' έναν τεχνικό (εταλονέρ), αλλά αυτός είναι που κανονίζει την ποσότητα του φωτισμού και την ποιότητα των χρωμάτων. (*)
  3. χριστιανισμόςη βάφτιση Βικιλεξικό
    • Ηρθανε τα Φώτα και ο φωτισμός

Ετυμολογία

φωτισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φωτισμός < ελληνιστική κοινή φωτίζω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éclairage

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωτισμόςφωτισμοί
Γενικήφωτισμούφωτισμών
Αιτιατικήφωτισμόφωτισμούς
Κλητικήφωτισμέφωτισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →