φωτοβιολογικός
•
- βιολογίαο σχετικός με τη φωτοβιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτοβιολογικός < φωτοβιολογ(ία) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική photobiological. Μορφολογικά αναλύεται σε φωτο- + βιολογικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοβιολογικός | φωτοβιολογική | φωτοβιολογικό |
| Γενική | φωτοβιολογικού | φωτοβιολογικής | φωτοβιολογικού |
| Αιτιατική | φωτοβιολογικό | φωτοβιολογική | φωτοβιολογικό |
| Κλητική | φωτοβιολογικέ | φωτοβιολογική | φωτοβιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοβιολογικοί | φωτοβιολογικές | φωτοβιολογικά |
| Γενική | φωτοβιολογικών | φωτοβιολογικών | φωτοβιολογικών |
| Αιτιατική | φωτοβιολογικούς | φωτοβιολογικές | φωτοβιολογικά |
| Κλητική | φωτοβιολογικοί | φωτοβιολογικές | φωτοβιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →