φωτοβολίδα
•
- το ειδικό βλήμα, είδος πυροτεχνίας, το οποίο με καύση παράγει έντονο και διαρκές φως και χρησιμοποιείται στην έρευνα και διάσωση, αλλά και σε γιορτές και αθλητικές εκδηλώσεις Βικιλεξικό
- ναυτική φωτοβολίδα
- φωτοβολίδα χειρός (ως σήμα κινδύνου ναυτιλλομένων)
- φωτοβολίδα αλεξιπτώτου (που εκτοξεύεται ψηλά και πέφτει σταδιακά με αλεξίπτωτο) ώστε οι ναυτιλλόμενοι να την εκτοξεύουν όταν κινδυνεύουν)
- φωτοβολίδα ερευνών (για παροχή φωτός σε σκοτεινές περιοχές όπως σε νυχτερινή έρευνα για ανεύρεση ναυαγών)
Ετυμολογία
φωτοβολίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φωτοβολίς < φωτο- + ελληνιστική κοινή βολίς (βολίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοβολίδα | φωτοβολίδες |
| Γενική | φωτοβολίδας | φωτοβολίδων |
| Αιτιατική | φωτοβολίδα | φωτοβολίδες |
| Κλητική | φωτοβολίδα | φωτοβολίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →