Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτογραφίζω

ρήμα
•
  1. αποτυπώνω εικόνες σε φωτοευαίσθητη επιφάνεια με τη χρήση φωτογραφικής μηχανής Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαναφέρομαι σε ένα πρόσωπο χωρίς μεν να το κατονομάζω, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται αντιληπτό για ποιον μιλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτογραφίζω < φωτογραφία + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) photographier < photographie < αρχαία ελληνική φῶς + γράφω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφωτογραφίζωφωτογραφίζειςφωτογραφίζειφωτογραφίζουμεφωτογραφίζετεφωτογραφίζουν / φωτογραφίζουνε
Παρατατικόςφωτογράφιζαφωτογράφιζεςφωτογράφιζεφωτογραφίζαμεφωτογραφίζατεφωτογράφιζαν / φωτογραφίζαν / φωτογραφίζανε
Αόριστοςφωτογράφισαφωτογράφισεςφωτογράφισεφωτογραφίσαμεφωτογραφίσατεφωτογράφισαν / φωτογραφίσαν / φωτογραφίσανε
Μέλλονταςθα φωτογραφίζω / θα φωτογραφίσωθα φωτογραφίζεις / θα φωτογραφίσειςθα φωτογραφίζει / θα φωτογραφίσειθα φωτογραφίζουμε / θα φωτογραφίσουμεθα φωτογραφίζετε / θα φωτογραφίσετεθα φωτογραφίζουν / θα φωτογραφίζουνε / θα φωτογραφίσουν / θα φωτογραφίσουνε
Παρακείμενοςέχω φωτογραφίσειέχεις φωτογραφίσειέχει φωτογραφίσειέχουμε φωτογραφίσειέχετε φωτογραφίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φωτογραφίσειείχες φωτογραφίσειείχε φωτογραφίσειείχαμε φωτογραφίσει——
Υποτακτικήνα έχω φωτογραφίσει / να φωτογραφίζω / να φωτογραφίσωνα έχεις φωτογραφίσει / να φωτογραφίζεις / να φωτογραφίσειςνα έχει φωτογραφίσει / να φωτογραφίζει / να φωτογραφίσεινα έχουμε φωτογραφίσει / να φωτογραφίζουμε / να φωτογραφίσουμενα έχετε φωτογραφίσει / να φωτογραφίζετε / να φωτογραφίσετενα φωτογραφίζουν / να φωτογραφίζουνε / να φωτογραφίσουν / να φωτογραφίσουνε
Προστακτική—φωτογράφιζε / φωτογράφισε——φωτογραφίζετε / φωτογραφίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →