φωτογραφίζω
•
- αποτυπώνω εικόνες σε φωτοευαίσθητη επιφάνεια με τη χρήση φωτογραφικής μηχανής Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναφέρομαι σε ένα πρόσωπο χωρίς μεν να το κατονομάζω, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται αντιληπτό για ποιον μιλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτογραφίζω < φωτογραφία + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) photographier < photographie < αρχαία ελληνική φῶς + γράφω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φωτογραφίζω | φωτογραφίζεις | φωτογραφίζει | φωτογραφίζουμε | φωτογραφίζετε | φωτογραφίζουν / φωτογραφίζουνε |
| Παρατατικός | φωτογράφιζα | φωτογράφιζες | φωτογράφιζε | φωτογραφίζαμε | φωτογραφίζατε | φωτογράφιζαν / φωτογραφίζαν / φωτογραφίζανε |
| Αόριστος | φωτογράφισα | φωτογράφισες | φωτογράφισε | φωτογραφίσαμε | φωτογραφίσατε | φωτογράφισαν / φωτογραφίσαν / φωτογραφίσανε |
| Μέλλοντας | θα φωτογραφίζω / θα φωτογραφίσω | θα φωτογραφίζεις / θα φωτογραφίσεις | θα φωτογραφίζει / θα φωτογραφίσει | θα φωτογραφίζουμε / θα φωτογραφίσουμε | θα φωτογραφίζετε / θα φωτογραφίσετε | θα φωτογραφίζουν / θα φωτογραφίζουνε / θα φωτογραφίσουν / θα φωτογραφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φωτογραφίσει | έχεις φωτογραφίσει | έχει φωτογραφίσει | έχουμε φωτογραφίσει | έχετε φωτογραφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φωτογραφίσει | είχες φωτογραφίσει | είχε φωτογραφίσει | είχαμε φωτογραφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φωτογραφίσει / να φωτογραφίζω / να φωτογραφίσω | να έχεις φωτογραφίσει / να φωτογραφίζεις / να φωτογραφίσεις | να έχει φωτογραφίσει / να φωτογραφίζει / να φωτογραφίσει | να έχουμε φωτογραφίσει / να φωτογραφίζουμε / να φωτογραφίσουμε | να έχετε φωτογραφίσει / να φωτογραφίζετε / να φωτογραφίσετε | να φωτογραφίζουν / να φωτογραφίζουνε / να φωτογραφίσουν / να φωτογραφίσουνε |
| Προστακτική | — | φωτογράφιζε / φωτογράφισε | — | — | φωτογραφίζετε / φωτογραφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →