φωτοειδησεογραφικός
•
- νεολογισμόςο σχετικός με τη φωτοειδησεογραφία Βικιλεξικό
- φωτοειδησεογραφικό πρακτορείο
Ετυμολογία
φωτοειδησεογραφικός < φωτοειδησεογραφ(ία) + -ικός. Μορφολογικά αναλύεται σε φωτο- + ειδησεογραφικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοειδησεογραφικός | φωτοειδησεογραφική | φωτοειδησεογραφικό |
| Γενική | φωτοειδησεογραφικού | φωτοειδησεογραφικής | φωτοειδησεογραφικού |
| Αιτιατική | φωτοειδησεογραφικό | φωτοειδησεογραφική | φωτοειδησεογραφικό |
| Κλητική | φωτοειδησεογραφικέ | φωτοειδησεογραφική | φωτοειδησεογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοειδησεογραφικοί | φωτοειδησεογραφικές | φωτοειδησεογραφικά |
| Γενική | φωτοειδησεογραφικών | φωτοειδησεογραφικών | φωτοειδησεογραφικών |
| Αιτιατική | φωτοειδησεογραφικούς | φωτοειδησεογραφικές | φωτοειδησεογραφικά |
| Κλητική | φωτοειδησεογραφικοί | φωτοειδησεογραφικές | φωτοειδησεογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →