φωτοευαισθησία
•
- η ευαισθησία που έχει κάποιος ή κάτι στο φως Βικιλεξικό
- ειδικότεραη ασυνήθιστη ή μεγάλη δερματική ευαισθησία στην υπεριώδη ακτινοβολία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτοευαισθησία < φωτο- + ευαισθησία ((ιατρική): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική photosensitivity ή (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική photosensibilité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοευαισθησία | φωτοευαισθησίες |
| Γενική | φωτοευαισθησίας | φωτοευαισθησιών |
| Αιτιατική | φωτοευαισθησία | φωτοευαισθησίες |
| Κλητική | φωτοευαισθησία | φωτοευαισθησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →