Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτολιθογραφικός

/fo.to.li.θo.ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τυπογραφίαο σχετικός με τη φωτολιθογραφία Βικιλεξικό
    • φωτολιθογραφική ανατύπωση

Ετυμολογία

φωτολιθογραφικός < φωτολιθογραφ(ία) + -ικός (μαρτυρείται από το 1896)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωτολιθογραφικόςφωτολιθογραφικήφωτολιθογραφικό
Γενικήφωτολιθογραφικούφωτολιθογραφικήςφωτολιθογραφικού
Αιτιατικήφωτολιθογραφικόφωτολιθογραφικήφωτολιθογραφικό
Κλητικήφωτολιθογραφικέφωτολιθογραφικήφωτολιθογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφωτολιθογραφικοίφωτολιθογραφικέςφωτολιθογραφικά
Γενικήφωτολιθογραφικώνφωτολιθογραφικώνφωτολιθογραφικών
Αιτιατικήφωτολιθογραφικούςφωτολιθογραφικέςφωτολιθογραφικά
Κλητικήφωτολιθογραφικοίφωτολιθογραφικέςφωτολιθογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →