φωτολιθογραφικός
•
- τυπογραφίαο σχετικός με τη φωτολιθογραφία Βικιλεξικό
- φωτολιθογραφική ανατύπωση
Ετυμολογία
φωτολιθογραφικός < φωτολιθογραφ(ία) + -ικός (μαρτυρείται από το 1896)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτολιθογραφικός | φωτολιθογραφική | φωτολιθογραφικό |
| Γενική | φωτολιθογραφικού | φωτολιθογραφικής | φωτολιθογραφικού |
| Αιτιατική | φωτολιθογραφικό | φωτολιθογραφική | φωτολιθογραφικό |
| Κλητική | φωτολιθογραφικέ | φωτολιθογραφική | φωτολιθογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτολιθογραφικοί | φωτολιθογραφικές | φωτολιθογραφικά |
| Γενική | φωτολιθογραφικών | φωτολιθογραφικών | φωτολιθογραφικών |
| Αιτιατική | φωτολιθογραφικούς | φωτολιθογραφικές | φωτολιθογραφικά |
| Κλητική | φωτολιθογραφικοί | φωτολιθογραφικές | φωτολιθογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →