φωτορεαλισμός
•
- αναπαράσταση αντικειμένων, κτιρίων ή χώρων με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή με έμφαση σε λεπτομέρειες που αφορούν τα υλικά, τα χρώματα ή τον φωτισμό Βικιλεξικό
- Οι τρισδιάστατες ψηφιακές εικόνες εισβάλλουν υποκαθιστώντας την πραγματικότητα. Η δύναμη του φωτορεαλισμού κλέβει λίγο από τη μαγεία της προσμονής, αλλά ταυτόχρονα απογειώνει τη φαντασία του δημιουργού.
- τέχνητεχνοτροπία η οποία χρησιμοποιείται στη ζωγραφική για την αναπαράσταση ενός αντικειμένου με φωτογραφική ακρίβεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτορεαλισμός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική photorealism. Μορφολογικά αναλύεται σε φωτο- + ρεαλισμός. : (καλλιτεχνικός όρος) < (μεταφραστικό δάνειο) ιταλική fotorealismo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτορεαλισμός | φωτορεαλισμοί |
| Γενική | φωτορεαλισμού | φωτορεαλισμών |
| Αιτιατική | φωτορεαλισμό | φωτορεαλισμούς |
| Κλητική | φωτορεαλισμέ | φωτορεαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →