φωτοσκιάζω
•
- κάνω φωτοσκιάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτοσκιάζω < φωτοσκίαση + -άζω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φωτοσκιάζω | φωτοσκιάζεις | φωτοσκιάζει | φωτοσκιάζουμε | φωτοσκιάζετε | φωτοσκιάζουν / φωτοσκιάζουνε |
| Παρατατικός | φωτοσκίαζα | φωτοσκίαζες | φωτοσκίαζε | φωτοσκιάζαμε | φωτοσκιάζατε | φωτοσκίαζαν / φωτοσκιάζαν / φωτοσκιάζανε |
| Αόριστος | φωτοσκίασα | φωτοσκίασες | φωτοσκίασε | φωτοσκιάσαμε | φωτοσκιάσατε | φωτοσκίασαν / φωτοσκιάσαν / φωτοσκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα φωτοσκιάζω / θα φωτοσκιάσω | θα φωτοσκιάζεις / θα φωτοσκιάσεις | θα φωτοσκιάζει / θα φωτοσκιάσει | θα φωτοσκιάζουμε / θα φωτοσκιάσουμε | θα φωτοσκιάζετε / θα φωτοσκιάσετε | θα φωτοσκιάζουν / θα φωτοσκιάζουνε / θα φωτοσκιάσουν / θα φωτοσκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φωτοσκιάσει | έχεις φωτοσκιάσει | έχει φωτοσκιάσει | έχουμε φωτοσκιάσει | έχετε φωτοσκιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φωτοσκιάσει | είχες φωτοσκιάσει | είχε φωτοσκιάσει | είχαμε φωτοσκιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φωτοσκιάσει / να φωτοσκιάζω / να φωτοσκιάσω | να έχεις φωτοσκιάσει / να φωτοσκιάζεις / να φωτοσκιάσεις | να έχει φωτοσκιάσει / να φωτοσκιάζει / να φωτοσκιάσει | να έχουμε φωτοσκιάσει / να φωτοσκιάζουμε / να φωτοσκιάσουμε | να έχετε φωτοσκιάσει / να φωτοσκιάζετε / να φωτοσκιάσετε | να φωτοσκιάζουν / να φωτοσκιάζουνε / να φωτοσκιάσουν / να φωτοσκιάσουνε |
| Προστακτική | — | φωτοσκίαζε / φωτοσκίασε | — | — | φωτοσκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φωτοσκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →