φωτοτυπία
•
- η διαδικασία αναπαραγωγής αντιγράφων με μηχανήματα που χρησιμοποιούν την έκθεση στο φως ειδικού φωτοευαίσθητου υλικού ενώ παρεμβάλλεται το πρωτότυπο Βικιλεξικό
- κοινάη φωτοαντιγραφή, η διαδικασία αναπαραγωγής αντιγράφων με μηχανήματα που χρησιμοποιούν ψηφιακή σάρωση του πρωτοτύπου το οποίο κατόπιν εκτυπώνουν Βικιλεξικό
- κοινάτο αντίγραφο που προέρχεται από φωτοαντιγραφικό μηχάνημα, το φωτοαντίγραφο Βικιλεξικό
- ειδικότερατο αντίγραφο που προέρχεται από φωτοτυπικό μηχάνημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φωτοτυπία < νεότερη λόγια λέξη, φως + τύπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φωτοτυπία | φωτοτυπίες |
| Γενική | φωτοτυπίας | φωτοτυπιών |
| Αιτιατική | φωτοτυπία | φωτοτυπίες |
| Κλητική | φωτοτυπία | φωτοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →