Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φωτοψία

/fo.toˈpsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήοπτικό φαινόμενο που εμφανίζεται ως παροδικές λάμψεις ή φωτεινές αναλαμπές στο οπτικό πεδίο, συνήθως λόγω ερεθισμού του αμφιβληστροειδούς ή του οπτικού νεύρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φωτοψία (κλασικό σύνθετο), ήδη από το 1867 < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία όπως η νεολατινική photopsia, η γαλλική photopsie, η αγγλική photopsy/photopsia < phot- (< αρχαία ελληνική φῶς) + -opsia (< ὄψις). Μορφολογικά αναλύεται σε φωτ- + -οψία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφωτοψίαφωτοψίες
Γενικήφωτοψίαςφωτοψιών
Αιτιατικήφωτοψίαφωτοψίες
Κλητικήφωτοψίαφωτοψίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →