φόκο
•
- οικείοη φωτιά, συνήθως σε εκφράσεις όπως βάζω φόκο Βικιλεξικό
- Θα τα στήσουν κολλητά στην πόρτα του μαντρότοιχου και θα τους βάλουν φόκο. Kανένας κίνδυνος για πυρκαϊά. Mόνο που θα τρομάξει ο γιατρός – και το Παπακοκάκι θα κλειστεί στο σπίτι του για μέρες. (Κοσμάς Πολίτης, Eroica)
Ετυμολογία
φόκο < ιταλική fuoco
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →