Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φόλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δηλητηριασμένο κομμάτι τροφής που αποσκοπεί στην εξόντωση (αδέσποτου συνήθως) ζώου (συχνά με φρικτούς πόνους) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδόλωμα, ψέμα Βικιλεξικό
  3. μειωτικόαπαξιωτικός χαρακτηρισμός, κυρίως για κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο Βικιλεξικό
  4. μειωτικόαπαξιωτικός χαρακτηρισμός για μη εμφανίσιμες γυναίκες,που χρησιμοποιείται κυρίως σε φόρουμ για κριτική οίκων ανοχής Βικιλεξικό
  5. κομματάκι από διάφορα υλικά (σαμπρέλα, δέρμα κ.λπ.), με το οποίο μπαλώνουμε κάτι που έχει τρυπήσει ή έχει φθαρεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φόλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φόλα < λατινική follis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰolǵʰnis < *bʰelǵʰ- (διογκώνω, φουσκώνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφόλαφόλες
Γενικήφόλας—
Αιτιατικήφόλαφόλες
Κλητικήφόλαφόλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →