φόρτιση
•
- η ενέργεια του φορτίζω, η παροχή ηλεκτρικού φορτίου σε μπαταρία Βικιλεξικό
- η αύξηση της έντασης μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- η έντονη συναισθηματική χροιά μιας λέξης ή φράσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φόρτιση < αρχαία ελληνική φόρτισις < φόρτος < φορτίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φόρτιση | φορτίσεις |
| Γενική | φόρτισης | φορτίσεων |
| Αιτιατική | φόρτιση | φορτίσεις |
| Κλητική | φόρτιση | φορτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →