φόρτωμα
•
- η φόρτωση, το να φορτώνεις ένα φορτίο προς μεταφορά Βικιλεξικό
- Τελείωσε το φόρτωμα για να φύγει καμιά φορά το καράβι;
- το βάρος, το φορτίο αυτό καθαυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο συναισθηματικό βάρος, πίεση Βικιλεξικό
- Μη μου γίνεσαι φόρτωμα. Άσε με ήσυχο.
- η φόρτιση της μπαταρίας Βικιλεξικό
- η μεταφορά πληροφοριών σε ψηφιακά αρχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φόρτωμα < φορτώ(-νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φόρτωμα | φορτώματα |
| Γενική | φορτώματος | φορτωμάτων |
| Αιτιατική | φόρτωμα | φορτώματα |
| Κλητική | φόρτωμα | φορτώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →