Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φόρτωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η φόρτωση, το να φορτώνεις ένα φορτίο προς μεταφορά Βικιλεξικό
    • Τελείωσε το φόρτωμα για να φύγει καμιά φορά το καράβι;
  2. το βάρος, το φορτίο αυτό καθαυτό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτο συναισθηματικό βάρος, πίεση Βικιλεξικό
    • Μη μου γίνεσαι φόρτωμα. Άσε με ήσυχο.
  4. η φόρτιση της μπαταρίας Βικιλεξικό
  5. η μεταφορά πληροφοριών σε ψηφιακά αρχεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φόρτωμα < φορτώ(-νω) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφόρτωμαφορτώματα
Γενικήφορτώματοςφορτωμάτων
Αιτιατικήφόρτωμαφορτώματα
Κλητικήφόρτωμαφορτώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →