Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φύλακτρα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αμοιβή για τη φύλαξη αντικειμένων συνήθως σε ειδικές αποθήκες αλλά και υπό ποικίλες περιστάσεις Βικιλεξικό
    • Πληρώνουμε 90.000 ευρώ για φύλακτρα του ελληνικού χρυσού σε τρεις ξένες τράπεζες (Ημερησία, 8/2/2011)
    • Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)

Ετυμολογία

φύλακτρα < μεσαιωνική ελληνική φύλακτρον (όμως με κάπως διαφορετική έννοια αφού τότε το φύλακτρον κατά τον Τριανταφυλλίδη είχε την έννοια του φόρου για την αμοιβή των αστυνομικών)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφύλακτραφύλακτρα
Γενική—φυλάκτρων
Αιτιατική—φύλακτρα
Κλητική—φύλακτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →